kalypsos island

The islet of Gavdos, opposite Sfakia, is the southern-most border of Greece and Europe. It is 22 nautical miles away from Loutro, right in the middle of the south Cretan sea.

According to Callimachus, this is the ancient isle of Ogygia where, as Homer claims in "Odyssey", the nymph Calypso lived.

Other names of Gavdos in the past were "Cavdos" and "Clavdos" (Ptolemens and Ierocles), "Glavdi" (the Epistles), "Gozzo" (the Venetians). In the first Byzantine period, Gavdos had a bishop, as it had many inhabitants, but, during the Venetian Rule, the islet was abandoned, as pirates sought refuge there. Until the late 18th, early 19th century,

Gavdos belonged to Sfakia and was part of the Municipality of Anopolis Sfakion. In 1925, it was pronounced a separate community, and remained part of the county of Sfakia, until 1950. Then, since the majority of the locals had moved to Paleochora, Gavdos became part of the county of Selino. Bibliography mentions the existence of 172 inhabitants in the settlements of Kastri, Ambelos, Vabiana and Metochia, as well as the existence of pre-war settlements such as Drethiana, Xenaki, Galana, Fragliathana.

Tradition identifies the island with mythical Ogygia, Calypso's isle. In the Acts of the Apostles it is referred to as Claude: "the island of Claudos in which is the town of Claude". It was here St Paul ran aground when he was being taken to Rome to be tried, during one of the persecutions of Christians by the Roman emperors.

The Venetians called it Gotzo. In the Odyssey Homer tells how the wilky Odysseus was shipwrecked in one version of the myth Calypso was the daughter of Atlas and Pleione and in another, of Helios and Perseis.

statue from GavdosCalypso welcomed the handsome Achaean and kept him with her for many years. She offered him immortality to persuade him to stay with her, but not even this inducement by the lovely nymph did the king of Ithaca accept. His great yearning to see his homeland and family again would not allow him become immortal. The nymph lived in a large cave, which you may visit, although it has lost something of its original size and beauty over the years.

Today it is just a cave beside the sea. And nowadays, of course, you will find neither the sacred grove around the cave nor the flower gardens with the pretty flowers, fair fruit trees and ornamental shrubs.

Here Calypso lived in the company of her serving maids, who were also nymphs, amid these dreamlike surroundings: why, therefore, holding the blond Achaean's hand in this divine garden, should the nymph not offer him immortality in exchange for forgetting his homeland and his faithful Penelope?

Odysseus' nostalgic longing to return home was so great that it became known on Olympus. First the goddess Athena, guardian of the family hearth, took pity on his homesickness and begged Zeus, father of gods and men, to order Calypso to let Odysseus return to his country.

Zeus summoned his herald, Hermes, and sent him to Calypso to order her to let Odysseus leave and to assist him on his way. With great sorrow Calypso allowed him to depart. First she helped him to make a raft of wood from the sacred grove, and taught to steer and to navigate by the sun, moon and stars.

Then, when he had loaded a plentiful supply of provisions, Odysseus sailed from the island, leaving the nymph full of grief. Later accounts relate that Odysseus and the nymph had a child, Latinos; one version speaks of two children, Nausithoos and Nausinoos, and another Mentios only one son, Auson.

Η Γαύδος κατοικείται από την προϊστορική περίοδο. Εχουν βρεθεί τα ακόλουθα αρχαιολογικά ευρήματα στη νήσο:
Στον κόλπο του Λαυρακά, στη βορειοδυτική πλευρά της Γαύδου, υπάρχουν αρχαίοι τάφοι που χρονολογούνται από τη μινωϊκή εποχή, αν και δεν έχουν βρεθεί κτίσματα της ίδιας περιόδου.
Στην περιοχή του Λαυρακά υπήρχε οικισμός της ρωμαϊκής εποχής, ο οποίος εικάζεται ότι ήταν εξαρτημένος από τη Γόρτυνα του σημερινού Νομού Ηρακλείου. Σήμερα σώζονται μέρος του υδραγωγείου και ο φούρνος που χρησιμοποιούταν για την εκμετάλλευση του σιδηρομεταλλεύματος. Θρύμματα του μεταλλεύματος συναντώνται και σήμερα στα μονοπάτια της περιοχής. Εξάλλου, πιστεύεται ότι η ουσιαστική αποδάσωση της Γαύδου χρονολογείται από τη ρωμαϊκή εποχή, όταν τα δένδρα της χρησιμοποιήθηκαν ως καυσόξυλα για την παραγωγή σιδήρου. Ο σίδηρος εξαγόταν από το λιμένα του Λαυρακά που σήμερα βρίσκεται τρία μέτρα κάτω από τη θάλασσα.
Στην περιοχή του Αϊ-Γιάννη, νοτιοανατολικά από το Λαυρακά, βρίσκονται τα ερείπια πόλης από την πρώτη βυζαντινή περιόδο. Κατά την περίοδο αυτή, η πόλη του Αϊ-Γιάννη είχε 8.000 κατοίκους, ενώ η σπουδαιότητα της Γαύδου μαρτυρείται από το γεγονός ότι είχε δικό της επίσκοπο.

Ξεχασμένη στα νότια της Κρήτης και λουσμένη στο δυνατό ήλιο του Λιβυκού πελάγους, η Γαύδος αποτελεί ταυτόχρονα το νοτιότερο σημείο της ελληνικής επικράτειας αλλά και της Ευρώπης. statue_from_Gavdos

Γεμάτη πεύκα και κέδρους που φτάνουν ως τη θάλασσα, αποτελεί ιδανικό προορισμό για όσους θέλουν εξαιρετικά ήσυχες και απομονωμένες διακοπές.

Με έκταση μόλις 74 τετρ. χλμ. μπορεί εύκολα να εξερευνηθεί με τα πόδια ή με ποδήλατο. Κατοικείται ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. και αναφέρεται ως το νησί της Καλυψώς. Πολλά αρχαιολογικά ευρήματα έχουν έρθει στο φως, με σημαντικότερο ένα ακέφαλο γυναικείο άγαλμα του 2ου μ.Χ. αιώνα, που βρέθηκε το 1865 και μεταφέρθηκε στο Βρετανικό Μουσείο.

Το νησί γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθηση κατά τους βυζαντινούς χρόνους, όταν ήταν ένα από τα ορμητήρια του φοβερού πειρατή Μπαρμπαρόσα.

Απόσπασμα από National Geographic

Η πρώτη αναφορά σχετικά με την χλωρίδα της Γαύδου χρονολογείται κατά το 1627, όταν ο Prospero Alpini  εξέδωσε το βιβλίο «De plantis exotics», όπου συμπεριέλαβε την περιγραφή 84 κρητικών ειδών με ασαφείς τοποθεσίες, όπου όμως τουλάχιστον μία αναφέρεται στη Γαύδο. Στη σύγχρονη εποχή, ήδη από το 1935, ήταν γνωστά 137 είδη της Γαύδου.
Από την υπόλοιπη βιβλιογραφία αποδελτιώθηκαν συνολικά 156 είδη φυτών που ανήκουν σε 147 οικογένειες, ενώ η δική μας έρευνα στα πλαίσια του προγράμματος : «Γαύδος, ένα νησί στο άκρο της Ευρώπης», αποκάλυψε σε πρώτο στάδιο άλλα 60 είδη κάνοντας έτσι το συνολικό αριθμό 201. Οι Bergmeier et al (1997) αναφέρουν ένα σύνολο 470 ειδών συμπεριλαμβανομένων και των υποειδών.

Ανεξάρτητα από τον ακριβή αριθμό ειδών, τα παρακάτω στοιχεία χαρακτηρίζουν την χλωρίδα της Γαύδου:
1.      Περίπου το 60% των ειδών είναι Μεσογειακά ή ανατολικομεσογειακά .
2.       Αρκετά είδη εξαπλώνονται στην κεντρική και νότια Ευρώπη, ενώ υπάρχουν και είδη που προέρχονται από τη Βόρεια Αφρική.
3.       Συγκριτικά με τον ενδημισμό που εμφανίζει η Κρήτη σε φυτικά είδη (10%), η Γαύδος παρουσιάζεται πολύ φτωχή (2%), ποσοστό που αφορά τα δυο κρητικά ενδημικά  Belle valia breviredicellata  και Limonium elafhonisicum καθώς και το μοναδικό ενδημικό της Γαύδου Bupleurum gaudianum, το οποίο αμφισβητείται από τον Snogerup, αλλά επιβεβαιώθηκε από τον  Bergmeier  (1997). Ο τελευταίος παρουσίασε άλλα 18 αιγαιικά ενδημικά είδη.
4.       Η Γαύδος θεωρείται ένας σημαντικός φυγογεωγραφικός σύνδεσμος μεταξύ Κρήτης και Κυρηναϊκής. Αυτό αντικατοπτρίζεται στο γεγονός ότι τουλάχιστον δύο είδη, τα Anchusa variegata και Callitriche pulchra φαίνεται να εξαπλώνονται στη βόρεια Λιβύη και τη Γαύδο, ενώ το είδος Reseda odorata θεωρείται αυτόχθονο μόνο στις δύο αυτές περιοχές. Πράγματι φαίνεται ότι χλωριδικά η Γαύδος συνδέεται περισσότερο με την Λιβύη από ό,τι με τα Κύθηρα για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι η απόσταση είναι μεγαλύτερη και δεν υπάρχουν ενδιάμεσες γέφυρες ξηράς.
Σχετικά με τη βλάστηση , βάσει δορυφορικής φωτογραφίας (LANDSAT 2,11.4.1978), και επιτόπιων παρατηρήσεων περιγράφηκαν τρεις βασικοί τύποι βλάστησης που σε πολλές περιπτώσεις αλληλεπικαλύπτονται (Βώκου, 1983):
1.      Μακί και φρύγανα που καλύπτουν πάνω από το 60% του νησιού.
2.       Πευκοδάση που καλύπτουν το 10% του νησιού.
3.       Συστάδες οξυκέδρων που καλύπτουν λιγότερο από το 3% του νησιού.
Παλαιότερες αναφορές σχετικά με τη βλάστηση της Γαύδου την παρουσίαζαν ως βραχώδη και άδενδρη (Simoneli, 1983- Σπανάκης,1981). Κάτι τέτοιο δεν είναι περίεργο αν σκεφτεί κανείς το γεγονός  ότι στις αρχές του αιώνα μας η  Γαύδος είχε 400 κατοίκους οι οποίοι καλλιεργούσαν το 80% περίπου της γης και είχαν γύρω στα 12.000 αιγοπρόβατα που βοσκούσαν ελεύθερα.
Η μετέπειτα εγκατάλειψη των καλλιεργειών και η δραματική μείωση του πληθυσμού επέδρασαν σημαντικά στην παρατηρούμενη εξάπλωση των φρυγάνων και των πεύκων στο νησί.
Τα συνεχώς αυξανόμενα πευκοδάση έχουν αντίστοιχα αυξήσει τον κίνδυνο πυρκαγιάς στο νησί, κάτι που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη σε όποια διαχειριστική μελέτη εκπονηθεί, ούτως ώστε να διατηρηθούν ο φυσικός πλούτος και η αισθητική του νησιού.
Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωρισθεί 21 τύποι οικοτόπων στη Γαύδο και στη Γαυδοπούλα από τους οποίους οι περισσότεροι ανήκουν στη μεσογειακή βλάστηση και παρουσιάζουν ικανοποιητικό βαθμό διατήρησης. Τρεις από αυτούς έχουν χαρακτηριστεί ως οικότοποι προτεραιότητας σύμφωνα με την οδηγία 92/43 της ΕΟΚ.
1.      Θίνες με λόχμες αρκεύθων.
2.       Βυθοί θάλασσας με ποσειδώνιες.
3.       Μεσογειακά εποχιακά τέλματα.
Η πανίδα της Γαύδου και Γαυδοπούλας ήταν μέχρι πρόσφατα πολύ λιγότερο μελετημένη απ’ ότι η χλωρίδα.
Μέχρι την εξαγωγή των πρώτων αποτελεσμάτων της επιστημονικής ομάδας του Μ.Φ.Ι.Κ. από την ετήσια έρευνα που διεξήγε στα πλαίσια του προγράμματος «Γαύδος, ένα νησί στο άκρο της Ευρώπης». Τα εξής πανιδικά στοιχεία μας ήταν γνωστά:
-Όσον αφορά τα ασπόνδυλα, μόνο τα χερσαία μαλάκια και τα ισόποδα ήταν επαρκώς μελετημένα: 25 είδη μαλακίων στη Γαύδο και 14 στη Γαυδοπούλα (Βαρδινογιάννη, 1994) και 12 είδη ισοπόδων (Scmalfuss, 1972;1975;1979), ενώ τα υπόλοιπα, μόνο 7 είδη κολεοπτέρων και ένα άκαρι που παρασιτεί σε σκορπιούς, μας ήταν ήδη γνωστά
-Ως προς τα πουλιά, η περιοχή χαρακτηριζόταν μικρής αφθονίας και ποικιλότητας. Εκτός από την πέρδικα και τους γλάρους κανένα άλλο πουλί δεν αναφέρετο ως μόνιμα φωλιάζον στο νησι.
-Τέλος μόνο δύο είδη θηλαστικών μας ήταν γνωστά από τη βιβλιογραφία, ο αρουραίος (Rattus rattus alexandrinus) και ο λαγος (Lepus lepus creticus) (Zimmermann, 1953).
Κατόπιν δικής μας έρευνας αναγνωρίστηκαν ακόμη:

1.Ασπόνδυλα: 3 ακόμα είδη χερσαίων μαλακίων στη Γαύδο, 17 είδη κολεοπτέρων στη Γαύδο και 5 στη Γαυδοπούλα, 6 είδη υμενοπτέρων, 5 είδη ορθοπτέρων, 3 είδη χειλοπόδων και 1 είδος διπτέρου.
2.Ερπετά: το είδος Hemidactylus turcidus και ίχνη που αποδεικνύουν την ύπαρξη μικρού πληθυσμού της θαλάσσιας χελώνας caretta caretta, κάτι που έχει πολύ σημασία τόσο για το είδος όσο και για τη διαχείρηση του νησιού.
3.Πουλιά: άλλα 100 είδη επιπλέον αυτών που αναφέρονταν, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό στα 121 είδη, από τα οποία όμως τα 11 είναι μόνιμοι επιδημητικοί κάτοικοι του νησιού.
4.Θηλαστικά: αναγνωρίστηκε επιπλέον το τρωκτικό Mus musculus και η νυχτερίδα Pipistrellus pipistrellus.

Τέλος έγινε προσπάθεια για τον εντοπισμό της μεσογειακής φώκιας Monachus monachus αφού υπάρχουν ενάλια σπήλαια τα οποία θα μπορούσαν δυνητικά να φιλοξενούν το ζώο αυτό.
Σε γενικές γραμμές αυτό που χαρακτηρίζει την πανίδα της Γαύδου είναι η φτώχια σε αριθμό ειδών στα σπονδυλωτά και η έντονη επίδραση της κρητικής πανίδας στη σύνθεση ειδών στα ασπόνδυλα.
Υπάρχουν αρκετές ενδημικές μορφές της Κρήτης, αλλά πολύ λίγα είδη είναι καθαρά ενδημικά του συγκροτήματος Γαύδου-Γαυδοπούλας. Από την άλλη υπάρχουν χαρακτηριστικά είδη της Κρήτης τα οποία απουσιάζουν από τα δύο αυτά νησιά και αυτό είναι εμφανές στα ερπετά και θηλαστικά.
Χαρακτηριστικές απουσίες είναι αυτές των Chalcides occelatus (το κοινό λιακόνι της Κρήτης) και Podarcis erhardii (κοινή σαύρα των μικρών νησιών του νοτίου Αιγαίου), καθώς και των εντομοφάγων θηλαστικών.
Σχετικά με την ορνιθοπανίδα, το συγκρότημα Γαύδου-Γαυδοπούλας αποτελεί πολύ σημαντικό σταθμό για τα μεταναστευτικά είδη, τόσο εξαιτίας της γεωγραφικής του θέσης όσο και επειδή διαθέτει ικανοποιητικό αριθμό αδιατάραχτων ενδιαιτημάτων, κατάλληλων για ξεκούραση και διατροφή μεγάλων πληθυσμών πουλιών.
Ο αριθμός και το πλήθος των μεταναστευόντων πουλιών και το γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένα σπάνια και προστατευόμενα είδη που φωλιάζουν εκεί, κάνει τα δυο αυτά νησιά να θεωρούνται ως μια από τις πιο σημαντικές για την ορνιθοπανίδα περιοχές της Ευρώπης.

Κείμενα : Μπασγιουράκης Θεόφιλος / Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή / Ελληνικό Πανόραμα Τεύχος 10ο - Σεπτέμβριος 1998